Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βολχόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βολιστικός
βολίστρα
βολίταινα
βολίτινος
βόλιτον
βόλιτος
Βόλκων
βολλ-
βόλλα
Βόλλαι
βόλλομαι
βολλωτός
βολμός
Βολογ-
βολόγαισσος
Βολογεσίφορα
Βολογεσιφορεύς
Βολογεσσιεύς
βολοί
βολοκτυπίη
βόλομαι
βόλος
βολοτυπής
Βολουμνήσιοι
Βολούμνιος
βολουντάριος
Βόλουρος
βόλτιον
βόλυβδος
βόλυνθον
βολχόν
βομβάζω
βομβαίνω
βομβαλοβομβάξ
βομβάξ
βομβαύλιος
βομβέω
βομβηδόν
βομβήεις
βόμβημα
βόμβησις
βομβητής
βομβητικός
βομβήτρια
βομβικόν
βομβικός
βόμβιξ
βόμβο
βομβοία
βομβοιλαδόνας
βόμβος
Βόμβος
βομβόφωνος
βομβόχυλον
Βόμβρος
βομβρύζων
βομβρυνάζειν
βομβύζω
βομβυθυλεύματα
Βομβύκα
βομβυκής
…
βολχόν
Save
Bailly 2024
βολχόν,
οῦ
(
τὸ
)
c.
βδέλλιον,
Diosc.
1, 80
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}