βόλλομαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βόλλομαι, Aeol., = βούλομαι, Sapph. Supp. 5.17, Theoc. 28.15. βόλλομαι, v. βούλομαι fin. βόλλομαι Aeol. voor βούλομαι. βόλλομαι, äol. = βούλομαι ; ἐβολλόμαν Theocr. 28.15.