Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βολοί
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βόλιμον
βόλιμος
Βολιναῖος
Βολίνη
βόλινθος
βόλιον
βολίς
Βολίσκος
Βολισός
Βολισσεύς
Βόλισσος
Βολισσός
βολιστικός
βολίστρα
βολίταινα
βολίτινος
βόλιτον
βόλιτος
Βόλκων
βολλ-
βόλλα
Βόλλαι
βόλλομαι
βολλωτός
βολμός
Βολογ-
βολόγαισσος
Βολογεσίφορα
Βολογεσιφορεύς
Βολογεσσιεύς
βολοί
βολοκτυπίη
βόλομαι
βόλος
βολοτυπής
Βολουμνήσιοι
Βολούμνιος
βολουντάριος
Βόλουρος
βόλτιον
βόλυβδος
βόλυνθον
βολχόν
βομβάζω
βομβαίνω
βομβαλοβομβάξ
βομβάξ
βομβαύλιος
βομβέω
βομβηδόν
βομβήεις
βόμβημα
βόμβησις
βομβητής
βομβητικός
βομβήτρια
βομβικόν
βομβικός
βόμβιξ
βόμβο
βομβοία
…
βολοί
Save
LSJ
βολοί, οἱ, shortening of
ὀβολοί,
Amphis
30.12,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}