βοοτρόφος
βοο-τρόφος, ον,
- = βουτρόφος, D.P. 558, Nonn. D. 14.377, PLond. 5.1654 (iv A. D.).
βοο·τρόφος, ος, ον, qui nourrit des bœufs, DP. 558 ; Nonn. D. 14, 377.
Étym. βοῦς, τρέφω.