βοοστάσιον Save LSJ Bailly 2024 βοο-στάσιον [ᾰ], τό, = sq., Stud.Pal. 20.74 (iii A. D.). βοοστάσιον, ου (τὸ) [ᾰ] c. le suiv. Bas. 1, 193.