Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοοστρόφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοοειδής
βοοζύγιον
βοόζυξ
βοοθύτης
βοόκλεψ
βόοκλεψ
βοοκλοπίη
βοοκλόπος
βοόκραιρος
βοόκρημνος
βοοκτασία
βοόκτιστος
βοόκτιτος
βοολέτης
βοόμορφος
βοονόμος
βοοπρόσωπος
βοορραίστας
βοορραίστης
Βόος
Βοος
Βοὸς αὐλή
βοοσκόπος
Βοόσουρα
Βοοσπορίδες
βοοσσόος
βοοστάσιον
βοόστασις
βοόστικτος
βοόστολος
βοοστρόφος
βοόστρυχος
βοοσφαγία
βοοσφαγίη
βοοτροφέω
βοοτροφή
βοοτρόφος
βοότροχος
Βοουάτα
βοόω
βοοω
βοόων
βοόωσα
βοόωσι
Βοπός
βορά
βοράζω
βόραθεν
Βοραΐδης
Βόραιτα
βοράς
βόρασσος
βορατίνη
βόρατον
βορατος
βοράω
Βορβητόμαχος
βορβόρεος
βορβοριανοί
βορβορίζω
βορβορισμός
…
βοοστρόφος
Save
Pape
βοοστρόφος
,
Rinder ernährend
, Dion.Per. 558. Vgl. auch βοότροχος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}