Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουαγετός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοτρυοφόρος
βοτρυοχαίτης
βότρυς
Βότρυς
βοτρυφόρος
βοτρυχίτης
βότρυχος
βοτρυχώδης
βοτρυώδης
βοτρυωτός
Βοττεᾶται
Βόττεια
Βοττηΐς
Βοττία
Βοττιαία
Βοττιαιΐς
Βοττιαιίς
Βοττιαῖοι
Βοττιαῖος
Βοττική
Βοττικός
Βόττιος
Βόττων
Βότυς
Βότων
βου
βου-
βοῦα
βούα
βουαγετόν
βουαγετός
βουαγόρ
βουαγός
βουάγωρ
Βουαινίς
βουάκραι
Βουάνα
Βουάνοι
Βουάνον
βουάρχη
Βουβάκης
βουβάλειος
βουβάλια
βουβάλιον
βουβάλιος
βούβαλις
βουβαλίς
βούβαλος
Βούβαλος
βουβάρας
Βουβάρης
βούβαρις
Βουβασσός
Βουβάστεια
Βουβαστεῖον
Βουβάστια
βουβαστικά
Βουβαστικός
Βούβαστις
βούβαστις
Βουβαστίτης
…
βουαγετός
Save
DGE
βουαγετός
-όν
(
sc
. ξύλον) lacon.
tronco arrastrado por bueyes
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}