βοτρυώδης
βοτρυώδης, like a bunch of grapes
βοτρῠώδης, ες,
- = βοτρυοειδής, E. Ba. 12, Thphr. HP 3.13.6, al.
1 lleno de uvas
β. χλόη
ἔτι ναὶ τὰν βοτρυώδη Διονύσου χάριν οἴνας
οἴνη
2 en forma de racimo
καρπός
βοτρυώδης, ης, ες, couvert de grappes, Eur. Bacch. 12 ; Th. H.P. 3, 13, 6.
Étym. βότρυς, -ωδης.
βοτρυώδης, ες, traubenartig, traubig, Eur. Bacch. 12, 534 ; vgl. Ath. XIV.649d.
βοτρυώδης
εἶδος
- like a bunch of grapes, Eur.