βουβάρας
βουβάρας,
- = μέγας καὶ ἀναίσθητος, Hdn.Gr. 1.57; cf. βουβάραι· μεγάλαι, Hsch.: also expld. as = μεγαλοναύτης (cf. βᾶρις), Id., cf. EM 206.18:—βούβαρις, Philist. 56 (-βάρτις cod. Hsch.).
1 hombre de gran tamaño y bobo Eup.436, cf.
βουβάραι· μεγάλαι
βούβαρα· μεγάλα
2
βουβάρας· μεγαλοναύτης