About Report a problem

Menu

βουκέφαλος

βουκέφαλος, bull-headed

βουκέφᾰλος, ον,
  • bull-headed, epith. of Thessalian horses, τὸν βουκέφαλον καὶ κοππατίαν Ar. Fr. 42, cf. 41.
      • 2 = τρίβολος, Ps.-Dsc. 4.15.
      • 3 βουκέφαλον, τό, = βουκεφάλιον, IG 2.736B11, Chron.Lind. C.114.

Saved

Recent