Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραχυθάλασσος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραχιάριον
Βραχιάτης
Βραχῖνος
βραχιόλιον
βραχιόνιον
βραχιονιστήρ
βράχιστος
βραχίων
Βραχίων
βραχμάζουσαι
βραχμάζω
Βραχμάν
βραχμᾶνες
Βραχμᾶνες
Βράχμη
βράχος
βραχυβάμων
βραχύβιος
βραχυβιότης
βραχυβλαβής
βραχυβλαδής
βραχύβωλος
βραχυγνώμων
βραχυγραφέω
βραχυδάκτυλος
βραχύδρομος
βραχυέπεια
βραχυεπῶς
βραχυῆλιξ
βραχυθαλάσσιος
βραχυθάλασσος
βραχυκαταληκτέω
βραχυκατάληκτος
βραχυκαταληξία
βραχυκέφαλος
βραχυκίνητος
βραχυκομάω
βραχυκομέω
βραχυκωλία
βραχύκωλος
Βραχυλαῖος
βραχύλεκτος
Βραχύλη
Βραχύλλης
Βραχυλλίδης
Βράχυλλος
βραχυλογέω
βραχυλόγημα
βραχυλογητέον
βραχυλογία
βραχυλογικός
βραχύλογος
βραχυλόγος
βραχυλός
βραχυμέρεια
βραχυμερία
βραχυμέριμνος
βραχύμετρος
βραχυμογής
βραχυμυθία
βραχυντικός
…
βραχυθάλασσος
Save
LSJ
βρᾰχῠ-θάλασσος [
θᾰ
], ον,
gloss on εὔφαλον (sic, i. e.
ἔφαλον
),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}