βραχυκέφαλος
βραχυκέφαλος, fish
βρᾰχῠ-κέφᾰλος, ὁ,
- a fish, Xenocr. 19.
de cabeza corta
Σκορπίου οἱ ἔχοντες ζῴδιόν εἰσι βραχυκέφαλοι
βραχυ·κέφαλος, ου (ὁ) [ᾰῠᾰ] litt. à tête courte, sorte de poisson, Xénocr. (βρ. κεφαλή).
βραχυκέφαλος, Kurzkopf, ein Fisch, Xenocr.