βραχίων
βραχίων, the arm
- arm (opp. πῆχυς, Pl. Ti. 75a, but = πῆχυς, Arist. MA 698b2), Il. 13.529, Hdt. 5.12, X. Eq. 12.5, Arist. HA 493b26, etc.; πρυμνὸς βραχίων the shoulder, Il. 13.532, 16.323; also, shoulder of beasts, ib. 594b13:—Poet. as a symbol of strength, ἐκ βραχιόνων by force of arm, E. Supp. 478.
I
1 brazo en su totalidad
δουρὶ βραχίονα τύψεν
ἐξέρυξε πρυμνοῖο βραχίονος ἔγχος
τὴν ἀδελφεὴν ... ἐκ τοῦ βραχίονος ἵππον ἐπέλκουσαν
βραχίονας περιτάμνονται
σφριγῶντ' ἀμείψῃ μῦθον ἐκ βραχιόνων
τὸν βραχίονα στίζει
μέχρι βραχιόνων
βραχίονος φλεβοτομία
β. ἀριστερός
σκαιός β.
β. δεξιός
• fig. vigor
νέοι βραχίοσιν
• bíblico ref. al poder de Dios
ἐν βραχίονι ὑψηλῷ
ὤμοσεν κύριος κατὰ τοῦ βραχίονος αὐτοῦ
ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονος σοῦ
θεοῦ β.
2 de animales pata delantera, brazuelo Arist.HA 594b13.
II op. πῆχυς
1 parte superior del brazo
τὰ τῶν βραχιόνων ὀστᾶ καὶ τὰ τῶν πήχεων
τόν τε γὰρ ὦμον σκεπάζει καὶ τὸν βραχίονα καὶ τὸν πῆχυν
ἠρεμεῖ ... τοῦ βραχίονος κινουμένου τὸ ὠλέκρανον
2 anat. húmero
ἄρθρον τοῦ βραχίονος
articulación del húmeroτοῦ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδές
la forma de bisagra del húmeroτὸ τοῦ βραχίονος ἐξέχον
τοῦ βραχίονος κεφαλή
cabeza del húmeroτὸ κοῖλον τοῦ βραχίονος
la cavidad del húmero
III op. ὦμος antebrazo
γυμνοὶ ἐπλάζοντο βραχίονες εὔνιδες ὤμων
κεκαυμένους τούς τε ὤμους καὶ τοὺς βραχίονας
IV
†βραχιόνα· τὸν τράχηλον
•Tradicionalmente, desde Poll.2.138, se admite que es el compar. de
-ονος, ὁ.
The arm Il. 12.389, Il. 13.529, 532, Il. 16.323, 510: Od. 18.69.
- the arm, Lat. brachium, Il.; πρυμνὸς βραχίων the shoulder, Il.