Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βώλομαι
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βῶλαξ
Βῶλαξ
βωλάριον
Βωλέντιον
βωληδόν
βωλήιον
βωληνή
βωλητάρια
βωλητάριος
βωλήτης
βωλητῖνος
βωλητῖνος ἄρτος
βωλήτιον
βωλία
Βωλίγγαι
Βώλιγγες
βωλικός
βωλίνη
βώλινος
βωλίον
βωλίς
Βῶλις
Βωλῖται
βωλίτης
βωλοειδής
βωλοειδῶς
βωλοκοπέω
βωλοκόπος
βωλόκριθον
βωλολογέω
βώλομαι
βωλόναι
βωλοποιέω
βωλόπυρος
βωλόρυχα
βῶλος
Βῶλος
βωλοστροφέω
βωλοστρόφησις
βωλοστροφητέος
βωλοστροφία
βωλοστροφικόν
βωλοστρόφιον
βωλοτομέω
βωλοτόμος
βωλοτρόφος
βωλώδης
βωλώρυχα
βώλωσις
βωμαίνω
βωμάκευμα
βώμαξ
βῶμαξ
βώμενος
βώμευσις
βωμιαῖος
Βωμιῆς
βωμικός
βωμίνας
βώμιος
Βώμιος
…
βώλομαι
Save
LSJ
DGE
βώλομαι, Cret. for
βούλομαι,
GDI
5042.16 (iii B. C.).
βώλομαι
v.
βούλομαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}