γίγγλαρος
γίγγλαρος, flute
γίγγλᾰρος, ὁ,
- a kind of flute or fife, Poll. 4.82:—Dim. γιγγλάριον, τό, AB 88; cf. γίγγρας.
flauta pequeña de origen egipcio, Poll.4.82.
γίγγλαρος, ὁ, eine ägyptische Flöte, Poll. 4.82.