γιγαντολέτωρ Save Bailly 2024 Grieks Nederlands γιγαντ·ολέτωρ, ορος (ὁ) c. γιγαντολέτης, Luc. Tim. 4. γιγαντολέτωρ -ορος, ὁ [γίγας, ὄλλυμι] doder van de Giganten.