γιγγλυμόομαι
γιγγλυμόομαι, to be hinge-jointed
γιγγλῠμό-ομαι,
- to be hinge-jointed, γεγιγγλύμωνται πρὸς ἀλλήλους οἱ σφόνδυλοι Hp. Art. 45.
medic. encajarse como un gozne
γεγιγγλύμωνται πρὸς ἀλλήλους οἱ σπόνδυλοι
γιγγλυμόομαι, gelenkartig in einander greifen, Hippocr.