γαλεώδης Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γαλεώδης, v. γαλεοειδής. γαλεώδης v. γαλεοειδής. γαλεώδης, ης, ες [ᾰ] c. γαλεοειδής, Arstt. H.A. 2, 13, 6, etc. γαλεώδης, ες, dem γαλεός ähnl., Arist. H.A. 2.13, 5.5.