γανύματα Save LSJ DGE γανύματα· ἀρτύματα, AB 230 (γανύρμ- Hsch.). γανυρόν· λευκόν, ἡδύ, ἱλαρόν, Hsch.:—also γανερόν, EM 223.46. γανύματα -ων, τά condimentos, AB 230.8, cf. γανύρματα.