γαστριμαργία
γαστριμαργία, gluttony
- gluttony, Hp. Int. 6, Pl. Phd. 81e (pl.), Eus.Mynd. 9, Andronic. Rhod. p.572 M.; pl., Luc. Am. 42.
ingestión excesiva, glotonería, gula
γ. ἰχθύων κεφάλων καὶ ἐγχελύων
ὅπως μὴ ... διὰ γαστριμαργίαν ἀφιλόσοφον καὶ ἄμουσον πᾶν ἀποτελοῖ τὸ γένος
οἱ ἐν ταῖς ἑορταῖς ὑπὸ γαστριμαργίας πλήσαντες ἑαυτούς
γ., ἡ τῶν πάντων κακῶν χορηγός
οὐδὲν γαστριμαργίας χεῖρον, οὐδὲν αἰσχρότερον
ἵνα διὰ τῆς γαστριμαργίας ἡ διδασκαλία τοῦ λόγου κρατύνηται
κενοδοξία καὶ γ.
- gluttony, Plat.