γιγαντιαῖος
1 gigantesco
σώματα
• fig. gigantesco, extraordinario
ἐν τοῖς ὀλυμπιακοῖς ἀγῶσι ... γ. φανείς
2 adv. -ως como un gigante
ἀναβαστάξας ... ἐν τῷ νώτῳ γ.
γιγαντιαῖος, α, ον [γῐ] c. γιγάντειος, Es. 53 Halm.
γιγαντιαῖος, Aesop., VLL, gigantisch, riesenhaft.