Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γητικόν
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γηροτροφέω
γηροτροφία
γηροτρόφιον
γηροτρόφος
γήρους
γηρουχεῖται
γηροφορέω
γηρόω
γηρυγόνη
γηρύγονος
γήρυμα
Γηρυόνας
Γηρυόνειος
Γηρυονεύς
Γηρυονηΐς
Γηρυόνης
γῆρυς
Γηρυτάδης
γηρύω
Γηρυών
γηρωβοσκέω
γηρωκομέω
γηρωλέτης
γηρωπίζομαι
γήρως
Γησόδουνον
Γησοριακόν
γήτειον
γῄτης
γητικά
γητικόν
γήτιον
γητομέω
γητόμος
γῆτος
γητρεφής
γηφαγέω
γηφάγος
Γηφοριών
γήχυτον
Γηών
γηώρας
γία
γίαι
γίαρ
Γιβρών
γιγάεσσα
γιγαλία
Γιγάντειος
γιγάντειος
Γίγαντες
Γιγαντία
γιγαντία
γιγαντιαῖος
Γιγαντιάς
γιγαντιάω
Γιγαντικός
γιγαντικός
Γιγάντιος
γιγάντιος
Γιγαντίς
…
γητικόν
Save
DGE
γητικόν
-οῦ, τό
n. de cierta
copa
en plu.
γητικά
Alexander
Ep
. en Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}