γιγαντικός
1 gigantesco, monstruoso
θρασύτης
γ. πόλεμος ἐν ταῖς ψυχαῖς
κορύνη
2 de o sobre los Gigantes
διηγήματα
• subst. τὰ Γιγαντικά hazañas de los Gigantes, Gigantomaquias
τὰ ... Γ. καὶ Τιτανικά
γιγαντικός, ή, όν, c. γιγάντειος, Plut. M. 360e.
γιγαντικός, = Γιγάντειος, Jos. u. a.Sp.