γλυκύκρεως Save Bailly 2024 Pape γλυκύ·κρεως, ως, ων [ῠῠ̄] à la chair douce, Sophr. (Ath. 86e). Étym. γλ. κρέας. γλυκύκρεως, ων, süßfleischig, γλυκύκρεον Sophron bei Ath. III.86e.