γνησιότης
γνησιότης, legitimate birth
- legitimate birth, ἀπʼ ἀμφοῖν Arist. Rh. 1360b35, cf. Phld. Hom. p.50 O.
- II genuineness, sincerity, μετὰ πάσης γ. Poxy. 140.16 (vi A. D.).
1 nacimiento legítimo, legitimidad
γ. ἀπ' ἀμφοῖν (ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν)
γ. τῶν τέκνων
φύσεως γ.
οὐ ... τὴν τῆς ἐλευθέρας γυναικὸς τιμὴν ... καὶ γνησιότητα ἔχειν δύνανται
2 fig. como tratamiento dentro de la jerarquía eclesiástica nobleza
γὰρ εἰ ... συνέβη τῇ σῇ με περιτυχεῖν γνησιότητι
pues si sucediera que yo me encontrara con tu nobleza, e.e. contigo
3 relación sincera, verdadera
τῆς εἰς Θεὸν εὐνοίας καὶ γνησιότητος
• sinceridad en un contrato
μετὰ πάσης σπουδῆς καὶ γνησι[ό]τητος
• relación amistosa
εἶχεν Ἰωσὴφ μόνον πρὸς τὴν Μαρίαν γνησιότητα