γνάφαλον
γνά-φαλον or γνά-φαλλον, γνα-φεῖον, γνα-φεύς, γνα-φευτικός, γνα-φεύω, γνα-φικός, γνά-φισσα, γνά-φος, γνά-φω, v. κνάφαλον, κναφεῖον, κναφεύς, κναφικός, κνάφος, κνάφω, etc..
γνάφαλον, ου (τὸ) c. le préc. Gal. 2, 295f ||
➳ Éol. γνόφαλλον, Alc. 34.
γνάφαλον, weichere Form für κνάφαλον.