γνάπτωρ Save LSJ DGE Pape γνάπτωρ, ορος, ὁ, = γναφεύς, Man. 4.422. γνάπτωρ -ορος, ὁ batanero γνάπτορας εὐσήμων πέπλων Man.4.422. γνάπτωρ, weichere Form für κνάπτωρ.