Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γογγύλιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γόαισος
Γοαισός
Γόαξις
γόαος
Γοαρηνή
Γόαρις
γοάω
γόβα
γόβαλα
Γοβολῖτις
γοβρίαι
Γοβρύης
γόγγα
Γογγάλαι
γογγρίον
γογγροειδής
γογγροκτόνος
γόγγρος
γογγρύζω
γογγρώδης
γογγρώνη
γογγύζω
Γογγύλα
γογγυλάτης
Γογγυλάτης
γογγυλεύματα
γογγυλέω
γογγύλη
γογγυλίδιον
γογγυλίζω
γογγύλιον
γογγύλιος
γογγυλίς
γογγύλλω
γογγυλοειδής
γογγυλόρυγχος
γογγύλος
Γογγύλος
γογγυλόσκηνος
γογγυλοσπάραγον
γογγυλώδης
γογγυλώματα
γογγυλωπός
γογγυλωτόν
γόγγυσις
γογγυσμός
γόγγυσος
γογγυστής
γογγυστικός
γογγύστρια
γόγγων
Γοδάνα
Γοδάσα
γόδατος
γοδόν
γοδοῦλος
γοεδνός
γόεδνος
γοερός
γοεροστονοθρηνολαλήμων
γοερῶς
…
γογγύλιον
Save
Pape
γογγύλιον
, τό, = γογγυλίδιον, s. auch γογγύλος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}