γρήγορσις
γρήγορ-σις, εως, ἡ,
- = γρηγόρησις, Ph. 1.510.
vigilia
op. ὕπνος
τῶν ἀδικουμένων
γρήγορσις, εως (ἡ) c. γρηγόρησις, Eum. 9, 337 ; Phil. 1, 510.
γρήγορσις, ἡ, = γρηγόρησις, LXX.
vigilia
op. ὕπνος
τῶν ἀδικουμένων