γρηγόρησις
γρηγόρησις, wakefulness
γρηγόρ-ησις, εως, ἡ,
- wakefulness, LXX Da. 5.11.
vigilancia fig. ref. al sabio perspicacia, lucidez
γ. καὶ σύνεσις
γρηγόρησις, εως (ἡ) réc. c. ἐγρηγόρησις, Spt. Dan. 5, 11 et 14.
Étym. γρηγορέω.
γρηγόρησις, ἡ, LXX, für ἐγρηγόρησις.