γρήγορος Save DGE Bailly 2024 γρήγορος -η, -ον despierto, vigilante ἀλφηστῆρες Orac.Sib.1.98 • subst. τὸ γ. vigilia Serap.Man.54 (p.78). γρήγορος, ος, ον, qui veille, Sib. 1, 98. Étym. ἐγρήγορα.