γυιαλκής
γυιαλκής, strong of limb
γυι-αλκής, ές,
- strong of limb, σώματα B. 8.38, cf. 11.8; ἥβη Opp. H. 5.465; παλαισμοσύνη ib. 2.277.
1 de fuertes miembros, vigoroso
σώ]ματα
ἥβη
2 que exige fuertes miembros
μουνοπάλα
παλαισμοσύνη
γυι·αλκής, ής, ές, aux membres robustes, Opp. H. 2, 277 ; 5, 465 ; Nonn. D. 10, 384.
Étym. γ. ἀλκή.
γυιαλκής, ές, gliederstark, ἥβη Opp. H. 5.465 ; παλαισμοσύνη 2.277 ; παλαισμοσύνης νίκη Nonn. D. 10.384.