Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δάσιος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δαρούερνον
δάρπακες
δάρπη
Δάρραι
Δάρρων
Δαρσανία
Δαρσάνιοι
Δάρσιοι
δάρσις
δάρτης
δάρτινον
δαρτός
δάρυλλος
δαρχμά
Δαρών
δάς
δᾴς
δασ-
δασα
Δάσαι
Δασάλιος
Δάσανα
δάσασθαι
δασάσκετο
Δασέαι
Δασεάτης
Δασεία
δασερός
δασέως
Δασθένεια
δάσιος
Δάσιος
δασίφρων
δασκάζει
δάσκιλλος
δάσκιος
δασκόν
Δασκοῦσα
Δασκυλειανοί
Δασκύλειον
Δασκύλης
Δασκύλιον
Δασκυλίτης
Δασκυλῖτις
Δάσκυλος
δάσκω
Δάσκων
Δασκώνιος
δάσμα
Δασμένδα
δάσμευσις
δασμηφορέω
δασμογράφος
δασμολογέω
δασμολογία
δασμολόγος
δασμός
δασμοφορέω
δασμοφόρησις
δασμοφορία
δασμοφόρος
…
δάσιος
Save
DGE
δάσιος
-ου, ὁ
métr.
dasio
n. del pie métrico ˘˘˘¯¯ Diom.481.31.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}