δασμοφορία
δασμοφορία, payment of tribute
δασμο-φορία, ἡ,
- payment of tribute, Agath. 5.2.
tributo, pago de un tributo
ὁ δὲ δασμοφορίαν ... ἐπιθεῖναι τακτὴν διακελεύεται
δασμοφορία, payment of tribute
tributo, pago de un tributo
ὁ δὲ δασμοφορίαν ... ἐπιθεῖναι τακτὴν διακελεύεται