δάσκιλλος
δάσκιλλος, a fish
δάσκιλλος, ὁ,
- name of a fish, Arist. HA 591a14.
ict., n. de un pez
ὁ δὲ δ. (τρέφεται) τῷ βορβόρῳ καὶ κόπρῳ
•Cf.
δάσκιλλος, ου (ὁ) sorte de poisson, Arstt. H.A. 8, 2, 24.