δίσεφθος
cocido dos veces
φακός
κράμβη
πνεύμων ἐρίφειος
δίσ·εφθος, ος, ον, cuit deux fois, Gal. 6, 361c ; Diosc. 2, 146.
Étym. δίς, ἑφθός.
δίσεφθος, zweimal gekocht, = δίπυρος, Sp.
cocido dos veces
φακός
κράμβη
πνεύμων ἐρίφειος