Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δισκελής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δισέβδομος
δισεγγόνη
δισέγγονος
δισέκγονοι
δισέκγονος
δίσεκτον
δίσεκτος
δισέκτωρ
δισεννάς
δισεξαδέλφη
δισεξάδελφος
δισεπίτριτος
δίσεπτα
δίσευνος
δισευποσιάρχης
δίσεφθος
δίσζω
δίσηβος
δισήμαντος
δίσημος
δισθανής
δισιγνατεύω
δισιγνᾶτος
δισιτέομαι
δισκάζεται
δισκάζομαι
δίσκαλμος
δισκάριον
δισκαφέω
δισκεία
δισκελής
δίσκελλα
δίσκευμα
δισκεύς
δίσκευσις
δισκευτής
δισκεύω
δισκέω
δίσκημα
δίσκην
δίσκηπτρος
δισκιπλῖνα
δισκοβολέω
δισκοβολή
δισκοβολία
δισκοβόλος
δισκοειδής
δισκοκάλυμμα
δισκόομαι
δισκόραξ
δίσκος
Δίσκος
δίσκουρα
δισκούρια
δισκούσσωρ
δισκοφανής
δισκοφόρος
δισκόω
δισμυρίανδρος
δισμυριάς
δισμυριεπτακισχιλιοστός
…
δισκελής
Save
Pape
δισκελής
, ές, = δίκωλος, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}