δισκεύω
δισκεύω, to be pitched
- = δισκέω, Sosith. 3, Philostr. Ep. 7; δ. αὑτόν D.L. 1.118, Porph. Chr. 48:—Pass., to be pitched or thrown, AP 9.14 (Antiphil.), v.l. in E. Ion 1268; cf. sq. [δισκέω]
1 lanzar el disco
μηδὲ δ. μηδ' ὁπλομαχεῖν
παλαῖσαι μὲν γὰρ καὶ δισκεῦσαι βαρεῖς (ἀγωνίαι)
ὁ δισκεύων
el lanzador de discoὁ τὸ μακρότατον δισκεύ[σας
en un reglamento deportivoμακρὸν ... ἐδίσκευσεν ὁ Νικεύς
• en v. pas. ser alcanzado por un disco lanzado
δισκευθέντα ... ὡς Ὑάκινθον
2 arrojar, lanzar
σφέας ... ἐς βυσσόν
ἐμαυτὴν δισκεύσω
ἑαυτὸν εἰς θάλασσαν
δισκευθεὶς δ' ἐπὶ θάμνον
- Pass. to be pitched, Eur.