δαμώματα
δαμώματα, songs sung in public
δᾱμώματα, τά,
- = τὰ δημοσίᾳ ᾀδόμενα, Ar. Pax 797, from Stes.(Fr. 37): expld. by κοινώματα, δημοσιώματα, Hsch. δαμώμενος· ἀγαλλόμενος, οἱ δὲ παίζων, Id. δαμώσεις· δημόται, ἢ οἱ ἐντελεῖς (Lacon.), Id. δαμώσικτον· δεδοκιμασμένον (Lacon.), Id. δᾶν, v. δᾶ.
δαμώματα, v. *δημώματα.
δαμώματα, [ᾱ], τά, = τὰ δημοσίᾳ ᾀδόμενα, Ar. Pax 798 aus Stesichor. frg. 39.
δαμώματα
- = τὰ δημοσίαι ἀιδόμενα, songs sung in public, Ar.