δαμότας Save δαμότας, fellow townsman Bailly 2024 Grieks Nederlands Slater Pindar δαμότας, v. δημότης. δᾱμότᾱς, ὁ Dor. voor δημότης. δᾱμότας 1fellow townsman ἔν τε δαμόταις ὄμματι δέρκομαι λαμπρόν N. 7.65