δαμοῦαι
δαμοῦαι· οἱ ἐπὶ Μελαντίας πεμπόμενοι (Lacon.), Hsch. δαμοῦχοι, οἱ, Dor. for δημ-, title of a board of magistrates, Id. δαμοφανής,
- = ἱμάτιον (Lacon.), Id. δαμπόν, = πυρίεφθον (Cret.), Id.
lacon.
οἱ ἐπὶ †Μελαντίας πεμπόμενοι