δανήλοφα Save LSJ DGE δανήλοφα, = μακροτράχηλα or ὑψηλοτράχηλα, Hsch. (i.e. ταν-). δανήλοφα· μακροτράχηλα. ἢ ὑψηλοτράχηλα. ἢ πίονας Hsch., cf. ταν-.