About Report a problem

Menu

δάνεισμα

δάνεισμα, a loan

δάν-εισμα, ατος, τό,
  • = δάνειον, δ. ποιεῖσθαι, = δανείζεσθαι, Th. 1.121; τῶν μαρτύρων τῶν παραγιγνομένων τῷ δ. D. 35.9: metaph., οἷον δάνεισμα καὶ μόρια τοῦ μεγάλου κόσμου Gal. 19.159.

Saved

Recent