δάνειον
δάνειον, a loan
- loan, δ. ἀπαιτεῖν D. 34.12; ἀποδοτέον Arist. EN 1164b32: pl., Men. Mon. 97; σπέρματα δάνεια POxy. 1262.16 (ii A.D.): —written δάνιον, LXX De. 15.8, al.
1 préstamo gener. de dinero, público o privado
δ. ᾧ ὀφείλει ἀποδοτέον
προσῄειν αὐτῷ ἀπαιτεῖν τὸ δ.
ὀφείλομεν ... τὸ δ. τῷ χρήσαντι
δ. δανιεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται
τὸ δὲ δ. τοῦτο ἀποδότωσαν οἱ δεδα(νεισμένοι)
ὁμολογεῖ ... ἀπέχειν παρὰ Παοῦτος ... τὸ ἐπίβαλλον αὐτῷ μέρος δανείου οὗ ἔθετο Πατοῦς
κατὰ συγγραφὴν δανείου
ψιλὸν δ.
préstamo sin garantía hipotecariaσυγχώρησις δανείου
δανε]ίου ... κομιδή
devolución del préstamoδ. ἔντοκον
préstamo con intereses
• en pap. tb. en especie,
τὸ δὲ δ. τοῦτο ἀποδότω ἡ δεδανεισμέ[νη
ἔσχο(ν) παρ(ὰ) ὑ(μῶν) εἰς δά(νειον) σπέρ(ματα) ...
2 contrato de préstamo
δ. Λυσιμάχο(υ) πρὸ(ς) Πνᾶσιν δραχμῶν σκδ
κατὰ δ. τετελειω[μ]ένον διὰ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γραφείου
τὸ δ. κύριον δισσὸν γραφέν
3 deuda producto de un préstamo
τὰ δάνεια δούλους τοὺς ἐλευθέρους ποιεῖ
ἐπεὶ δ' οὐ μόνον τὰ κοινὰ κατανήλωτα<ι> καὶ δανείων δὲ πλῆθος ὑπογέγονεν
pero como no sólo el tesoro público ha sido gastado sino que además el número de deudas se ha multiplicadoἁ πόλ[ις] ἐν δανείοις πλειόνεσσι ὑπάρχει διὲ τὸς ... πολέμος
la ciudad ha contraído múltiples deudas de resultas de las guerrasτὸ δ. ἀφῆκεν αὐτῷ
le perdonó la deuda
• título de deuda Hierocl.Facet.161.
- a loan, Dem.