δαυχνοφόρος Save DGE Bailly 2024 δαυχνοφόρος -ου, ὁ portador de laurel cj. a †δ' αχοσχορον† como epít. de Apolo, Alcm.48, cf. δαφνηφόρος. δαυχνο·φόρος, ος, ον, lac. c. δαφνηφόρος, Alcm. 16.