δεξίδωρος Save LSJ DGE Pape δεξῐ-δωρος, ον, (δέχομαι) = δωροδόκος, Suid. δεξίδωρος -ον que recibe presentes Phot.δ 187, Sud. δεξίδωρος, Geschenke annehmend, Suid.