διείρηκα Save LSJ Bailly 2024 Pape διείρηκα, v. διερῶ. διείρηκα, διείρημαι, pf. act. et pass. de *διέρω. διείρηκα, perf. zu διειπεῖν ; ὁ νόμος διείρηκεν, hat ausdrücklich bestimmt, Dem. 20.28.