διεκπορεύομαι
διεκπορεύομαι, go out through
διεκ-πορεύομαι,
- go out through, D.H. 9.26; pass through, traverse, διὰ τῆς τῶν ὅλων οὐσίας M.Ant. 7.19.
pasar a través de c. διά y gen.
διὰ τῆς τῶν ὅλων οὐσίας ὡς διὰ χειμάρρου διεκπορεύεται πάντα τὰ σώματα
• salir, escapar
κυκλωθέντες ... οὔτε πρόσω διεκπορευέσθαι δυνάμενοι
δι·εκπορεύομαι, sortir à travers, DH. 9, 26 (ao. inf. -ευθῆναι) ; M. Ant. 7, 19.
Étym. prés. -εύεται.
διεκπορεύομαι, heraus- u. durchgehen, Dion.Hal. 9.26 ; διά τινος, M.Ant. 7.19.