διεκτετραίνω
διεκ-τετραίνω,
- gloss on διεκπαίω, Hsch.; -τετρημένος v.l. for διατετρ-, Heliod. ap. Orib. 49.23.15.
agujerear, horadar de parte a parte en v. pas.
πτερώσεις διεκτετρημέναι διανταίοις τρήμασιν