δοθιών
δοθῐών, όνος, ὁ,
- = δοθιήν, Anon.Lond. 19.31, Hdn.Gr. 2.923.
medic. absceso, forúnculo
ἐκθεῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων σωμάτων ... δοθιόνας
medic. absceso, forúnculo
ἐκθεῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων σωμάτων ... δοθιόνας